stylianides2
stylianides2

Ο Χρίστος Στυλιανίδης έγραψε την δική του ιστορία στα κυπριακά γήπεδα από το 1982 μέχρι το 2004 ως καλαθοσφαιριστής, και έπειτα μέχρι και σήμερα ως προπονητής. Την περασμένη βδομάδα διαβάσατε, και είδατε σε βίντεο, το πρώτο μέρος της μεγάλης συνέντευξης του στο Γραφείο Τύπου της ΚΟΚ. Πιο κάτω μπορείτε να βρείτε το δεύτερο μέρος της συνέντευξης, στην οποία συνεχίζεται η ιστορική αναδρομή στην πορεία του Χρίστου Στυλιανίδη στην κυπριακή καλαθόσφαιρα.

Είχατε πολλούς συμπαίκτες σε όλη σας την πορεία ως καλαθοσφαιριστής. Ποιους ξεχωρίζετε ως τους κορυφαίους συμπαίκτες σας;

«Έπαιξα με πάρα πολλούς παίκτες υψηλού επιπέδου. Νομίζω πιο παλιά βγάζαμε πιο πολλούς παίκτες από σήμερα. Βλέπαμε παίκτες όπως ο Χάρης Σολέας, ο Αντώνης Εύζωνας, ο Τάκης Μιραλλάης, οι αδελφοί Ασιήκκαλη, ο Κώστας Στυλιανού, ο Ανδρέας Κοζάκης ο οποίος έπαιξε και στον Ολυμπιακό Πειραιώς. Είχα παίξει με όλους αυτούς, παρόλο που ήταν πιο μεγάλοι μου. Όπως και με τον Δημήτρη Παλάλα και τον Γιώργο Χατζηαθανασίου. Ήταν τιμή μου που αγωνίστηκα μαζί τους. Και στην πορεία όμως, με καλαθοσφαιριστές όπως ήταν ο Γιώργος Αναστασιάδης, που ήταν πιο μικρός, όμως είναι κάποια παιδιά που νομίζω πως έγραψα ιστορία στην Κύπρο και ήταν τιμή για εμένα που έπαιξα μαζί τους. Με πολλούς ήμουν στην Εθνική ομάδα, συμπαίκτης για χρόνια».

«Αλλάξαμε την ιστορία της Εθνικής Κύπρου»

«Θυμάμαι όταν αλλάξαμε την ιστορία της Εθνικής Κύπρου όταν πήραμε ένα πρωτάθλημα Μικρών Κρατών Ευρώπης το 1985, για πρώτη φορά, στο Μονακό. Και μετά για δέκα χρόνια δεν κάναμε τίποτα. Και θυμάμαι μετά από το 1995 μέχρι και σήμερα κάθε δύο χρόνια παίρνουμε το χρυσό. Ήταν η αρχή της αλλαγής, όταν εγώ όταν ήμουν 27 ετών ανάλαβα ως αρχηγός και μαζί με όλους αυτούς τους συμπαίκτες που ανάφερα προηγουμένως, όπως και τον Λούκα του Απόλλωνα, και άλλα πολλά παιδιά. Ίσως να ξέχασα κάποιους και με παρεξηγήσουν,  εύχομαι να μην γίνει αυτό. Καταφέραμε να αλλάξουμε το στάτους της Εθνικής ομάδας και γίναμε η Εθνική ομάδα που κατακτούσε κάθε δύο χρόνια διαχρονικά το πρωτάθλημα. Με πολλή κόπο και πολλή δουλειά».

«Πρώτη μου ομάδα η Εθνική Κύπρου»

«Πριν είχαμε πει τις ομάδες που αγωνίστηκα. Για εμένα η πρώτη μου ομάδα ήταν η Εθνική Ανδρών. Είχα δώσει το είναι μου στην Εθνική για δεκαπέντε χρόνια από το 1988 μέχρι το 2003 που έπαιζα, έδωσα τα πάντα. Έπαιξα τραυματίας, έπαιξα με θλάσεις, έπαιξα με στραμπουλήγματα. Πήγαινα ταξίδια και διερωτόντουσαν όλοι γιατί δεν έβγαινα έξω από το δωμάτιο μου, αφού έπρεπε να ξεκουραστώ γιατί είχαμε συνεχόμενα παιχνίδια. Θέλω να αναφερθώ στην Εθνική ομάδα γιατί έζησα ιστορικές στιγμές, με κορυφαία το 1995. Όταν ήρθε ο Κώστας Μίσσας ως προπονητής της Εθνικής ομάδας εγώ είχα τελειώσει από την ΕΝΑΔ από τον Γενάρη και άρχισα να κάνω προπόνηση μόνος μου. Δυστυχώς δεν είχαμε γυμναστές να μας βοηθήσουν και έκανα προπόνηση μόνος μου. Θυμάμαι πήγαινα στον στίβο και είχα ένα φίλο που δεν ήταν αθλητής. Του χάριζα 200 μέτρα και τρέχαμε για 400 μέτρα και τον νικούσα με 100 μέτρα διαφορά. Γιατί ήθελα να προπονηθώ, με ότι ήξερα. Και όταν ήρθε ο Κώστας Μίσσας είχαμε Προκριματικά Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και μετά ΑΜΚΕ. Είχαμε δέκα παιχνίδια σε έντεκα ημέρες. Μία μέρα από εκείνες ήταν αυτή που ταξιδεύαμε από την Ελβετία στο Λουξεμβούργο. Είχαμε φέρει κάποια καλά αποτελέσματα, όμως δεν προκριθήκαμε στην επόμενη φάση. Θυμάμαι ήμουν στον πάγκο κάποιες φορές και όταν η ομάδα δεν πήγαινε καλά ο Κώστας Μίσσας μου έλεγε ‘έλα αγόρι μου, μπες μέσα και ξεκουράζεσαι απόψε εσύ’. Τελείωσε το παιχνίδι, πήραμε το λεωφορείο και πήγαμε Λουξεμβούργο. Φέρνει Αμερικανό το Λουξεμβούργο, εμείς δεν είχαμε Αμερικανό. Και κάνω το καλύτερο μου παιχνίδι στον τελικό με το Λουξεμβούργο. Μετά από δέκα συνεχόμενα παιχνίδια και σχεδόν σαράντα λεπτά (κάθε αγώνα). Αυτό ήταν ένα από τα καλύτερα και πιο ιστορικά παιχνίδια για εμένα. Το λέω και στους πιο μικρούς σήμερα, όταν κάποτε μου λένε ότι κουράστηκαν και θέλουν αλλαγή να ξεκουραστούν. Εγώ έδωσα δέκα παιχνίδια σε έντεκα μέρες, και έκανα το καλύτερο μου στο τελευταίο. Αλλά αυτό ήταν η δουλειά των τελευταίων τριών μηνών που έβαλα μέσα στα γήπεδα μόνος μου και μέσα στον στίβο».

«Παίζαμε για την φανέλα»

«Η αγάπη μου για την Εθνική ομάδα. Δεν παίρναμε λεφτά, παίζαμε για την φανέλα. Εγώ ήμουν αρχηγός της ομάδας, έπαιξα δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική και στερήθηκα τα πάντα. Όσο δεν τα στερήθηκα τίποτα για τις ομάδες μου. Έπαιξα τραυματίας, και δεν έβγαινα έξω από το ξενοδοχείο. Πήγαμε με την Ανδόρρα πριν τρία χρόνια με την Κ18 και δεν θυμόμουνα τίποτα από όταν είχα πάει ξανά σαν αθλητής, που πήγαμε για ΑΜΚΕ. Ήταν μόνο γήπεδο και ξενοδοχείο. Έπρεπε να ξεκουραστώ για το επόμενο παιχνίδι για να πάρουμε το χρυσό μετάλλιο».

Ποιοι ήταν οι πιο δύσκολοι αντίπαλοι που αγωνιστήκατε εναντίον τους;

«Δεν θα σου πω ονόματα, δεν ξέρω πόσο εγωιστικό είναι αυτό, όμως δεν μπορώ να πω ότι κάποιος αθλητής σε συγκεκριμένο παιχνίδι η συγκεκριμένη ομάδα με δυσκόλεψε ιδιαίτερα για να πω ότι με αυτό τον αθλητή δεν μπορούσα να σκοράρω ή να κάνω το παιχνίδι μου. Αντιθέτως δυσκόλευα πάρα πολλούς. Αν ρωτήσετε τον Ντάρελ Άρμστρονγκ που ήρθε στην Κύπρο την περίοδο 1993-94 για τον Πεζοπορικό, προτού φύγει για Ισπανία, ενώ μετά έκανε δεκαπέντε χρόνια καριέρα στο ΝΒΑ. Αν τον ρωτήσετε ποιος ήταν ο πιο δύσκολος σου αντίπαλος στην Κύπρο θα σας πει ο Χρίστος Στυλιανίδης. Ήταν μία χρονιά που εκείνος είχε βγει καλύτερος ξένος και εγώ καλύτερος Κύπριος. Τον έπαιζα άμυνα και με έπαιζε άμυνα. Μου έβαλε τριάντα πόντους, όχι όμως εξήντα που έβαζε στους άλλους παίκτες. Του έβαλα και εγώ όμως 25 πόντους. Δεν μπορώ να πω χαρακτηριστικά πως με κάποιο αθλητή είχα πρόβλημα,  και δεν το λέω εγωιστικά, αυτή ήταν η πραγματικότητα. Υπήρχε άγχος στα παιχνίδια Κεραυνός-ΑΠΟΕΛ, γιατί υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Όταν πηγαίναμε στο ‘Στάδιο Ελευθερία’ και ήταν γεμάτο και όλοι μας έβριζαν, η απόδοση μας δεν ήταν η καλύτερη. Δεν ήταν προσωπικό το θέμα με κάποιο».

«Η πιο δύσκολη απόφαση στην καριέρα μου»

«Ίσως η πιο δύσκολη απόφαση που πήρα στην ζωή μου ήταν η μεταγραφή μου στον Κεραυνό. Γιατί θεωρούμουν ΑΠΟΕΛίστας. Το 1992 πήγα μεταγραφή στον ΑΠΟΕΛ, ήμουν με τον ΑΠΟΕΛ ποδοσφαιρικά, η οικογένεια μου ήταν όλη με τον ΑΠΟΕΛ. Εγώ υπόγραψα στον Κεραυνό χωρίς να το ξέρει κανείς από τους δικούς μου. Δυστυχώς δεν τους είχα τόσο κοντά μου. Και υπόγραψα στον Κεραυνό χωρίς να ξέρει κανείς κάτι. Το γεγονός ότι εγώ ήμουν στον Κεραυνό και όχι στον ΑΠΟΕΛ, ήταν ένα θέμα για τους ΑΠΟΕΛίστες. Ήμουν τοποθετημένος στο μυαλό τους ως φίλος του ΑΠΟΕΛ. Αυτά όμως ξεπεραστήκαν για εμένα σύντομα».

Σαν προπονητής το 2005-2006 τερματίσατε με την ΕΝΑΔ στην κανονική περίοδο στην 2η θέση. Μιλήστε μας για την χρονιά εκείνη.

«Ήταν μία πολύ πετυχημένη χρονιά. Ήταν η πρώτη μου χρονιά σαν προπονητής ανδρικής ομάδας. Σταμάτησα το 2004 (σ.σ. την καριέρα του ως καλαθοσφαιριστής). Την επόμενη περίοδο δεν έπαιξα και μετά ανάλαβα την ΕΝΑΔ σαν πρώτος προπονητής, με μηδαμινό μπάτζετ και δύο ξένους που ήταν ρούκι, οι οποίοι μας βγήκαν και έπαιξαν καλό μπάσκετ. Η ομάδα ήταν τραίνο. Τερματίσαμε δεύτεροι, είχαμε πολύ λίγες ήττες. Κερδίσαμε όλες τις μεγάλες ομάδες μέσα στην έδρα μας, με δύο-τρεις Κύπριους, δύο κοινοτικούς των 500 ευρώ και δύο Αμερικανούς των 2000 δολαρίων. Ήταν μία πολύ γεμάτη και ευχάριστη χρονιά για την ΕΝΑΔ. Είχαμε φέρει τον κόσμο πίσω στο γήπεδο και άρχισε ο κόσμος του Αγίου Δομετίου να ασχολείται με το μπάσκετ ξανά. Δυστυχώς στα play off χάσαμε από την ΑΕΛ που ήταν τρίτη στην κανονική διάρκεια του πρωταθλήματος. Όπως είπε και ο μεγάλος Γκρεγκ Πόποβιτς, ‘καμιά φορά δεν είναι ο προορισμός ο στόχος, αλλά το ταξίδι’. Για εμάς ήταν ένα πολύ όμορφο ταξίδι. Μεγάλη επιτυχία για το σωματείο. Δυστυχώς λόγω του περιορισμένου μπάτζετ δεν μπορέσαμε να το συνεχίσουμε και την επόμενη σεζόν».

Το 2009 κατακτήσατε ένα δύσκολο πρωτάθλημα με τον ΑΠΟΕΛ. Η ομάδα τερμάτισε στην 4η θέση στην κανονική διάρκεια, σπάσατε στα ημιτελικά την έδρα της ΑΕΛ και βρεθήκατε στον τελικό με τον Κεραυνό, σπάσατε ξανά την έδρα και κατακτήσατε τον τίτλο. Πως ζήσατε εκείνη την χρονιά και την κατάκτηση του πρωταθλήματος;

«Πιο πριν ήμουν τρεις χρονιές στην ΕΝΑΔ. Και είχα πει πως λόγω άλλων επαγγελματικών ενασχολήσεων, δεν θα ασχολούμουν με την καλαθόσφαιρα για εκείνη την χρονιά. Και είχε φέρει ένα Αμερικανό προπονητή ο ΑΠΟΕΛ. Εγώ τον Νοέμβριο πήγα στον ΑΠΟΕΛ, και τον βρήκα όπως ήταν. Όταν πήγα είχε ήδη αποφασιστεί, επειδή η ομάδα δεν είχε στόχους,  να υποβαθμιστεί και έτσι έφυγαν αρκετοί αθλητές και ήρθαν κάποιοι πιο φθηνοί για να βγαίνουν δέκα (παίκτες) και να πάμε ώσπου πάμε. Έτσι ξεκινήσαμε».

«Αξέχαστη κερκίδα και αξέχαστοι παίχτες»

«Έζησα τις καλύτερες μου στιγμές εκείνη την χρονιά ως προπονητής, αξέχαστες στιγμές. Με αξέχαστη κερκίδα και παίχτες. Καταφέραμε να γίνουμε μία οικογένεια με όσους έμειναν. Θυμάμαι σε κάποια φάση διώξαμε ένα Αμερικανό, για να φέρουμε ένα άλλο ψηλό. Τελικά δεν δικαιούμασταν και φέραμε ξανά πίσω τον παίκτη μας, τον Μάρτιν Ζίνο, και μας βοήθησε. Στην συνέχεια έκανε μία εξαιρετική πορεία στην Φινλανδία σαν καλύτερος παίκτης. Μπορούσε να μην ερχόταν πίσω από εγωισμό και να είχε χαθεί. Εμάς μας βοήθησε ότι δεν είχαμε άγχος. Είχαμε πολύ πιο μικρό μπάτζετ από ΑΕΛ και Κεραυνό. Ήμασταν η τέταρτη ομάδα, καταφέραμε με δυσκολία να μπούμε τετράδα. Παίξαμε χωρίς να έχουμε κάποιο στόχο. Ευτυχίσαμε να έχουμε στην ομάδα μας δύο υπεραθλητές, όπως ο Ρόναλντ Κούπερ και ο Ρασίντ Μπρόκενμπορ, οι οποίοι είχαν παίξει σε υψηλό επίπεδο, στην Α1 της Ιταλίας. Σίγουρα είχαμε προετοιμαστεί και δεν το παρατήσαμε. Έχω την εντύπωση πως επειδή δεν είχαμε άγχος, και επειδή πιθανόν να μας υποτίμησαν, καταφέραμε να σπάσουμε την έδρα τους και να έρθουν σε ένα κατάμεστο Λευκόθεο με μία εξαιρετική εξέδρα από το ΑΠΟΕΛ, και προκριθήκαμε. Μετά με τον Κεραυνό είχαμε καλή ψυχολογία, τον κόσμο δίπλα μας και καμία πίεση. Η επόμενη χρονιά ήταν ίσως ακόμη καλύτερη. Γιατί ξεκινήσαμε με έντεκα στα έντεκα και ήταν η πιο ιστορική χρονιά του ΑΠΟΕΛ στην Ευρώπη, αφού φτάσαμε τους ‘8’ του Γιουροτσάλεντζ. Έφυγα εγώ τον Γενάρη, μετά που χάσαμε δύο παιχνίδια. Όμως ήταν και πάλι μία πολύ καλή χρονιά».

Για πολλά χρόνια ήσασταν προπονητής της Εθνικής Κύπρου. Μιλήστε μας για την εμπειρία σας ως ομοσπονδιακός προπονητής.

«Ήταν τιμή που ήμουν στην Εθνική Κύπρου. Ότι μπορούσα να δώσω σαν αθλητής το έδωσα και σαν προπονητής. Ήταν μεγάλη τιμή για εμένα που μπόρεσα να δουλέψω με όλους αυτούς τους παίκτες που πλαισίωναν την Εθνική Ομάδα. Δεν καταφέραμε τον στόχο που βάλαμε να πάμε στην επόμενη φάση του Ευρωπαϊκού. Μία χρονιά ξεκινήσαμε καλά, κερδίσαμε εκτός την Ρουμανία, και έπρεπε να κερδίσουμε εντός την Ελβετία και εκτός την Αλβανία και δεν τα καταφέραμε. Φέραμε νέους παίκτες και τους προωθήσαμε. Καταφέραμε να μεταδώσουμε την νοοτροπία στους παίκτες πως η Εθνική πρέπει να είναι η πρώτη μας ομάδα. Φτάσαμε σε ένα σημείο όπου δυσκολευόμασταν ποιους παίκτες να αφήσουμε έξω. Εκεί που δεν είχαμε παίκτες. Επειδή έπρεπε να τους φέρουμε το καλοκαίρι. Δυστυχώς ήταν και δύσκολο το πρωτάθλημα μας, παίζαμε δέκα μήνες εκείνο το διάστημα, είχαμε λίγο θέμα. Όμως πέρασα απίστευτες στιγμές. Ήταν τιμή για εμένα που ήμουν για 6-7 χρόνια προπονητής της Εθνικής Κύπρου».

Την περσινή περίοδο ήσασταν προπονητής στην Γυναικεία ομάδα του Κεραυνού, χάνοντας στον τελευταίο τελικό από την ΑΕΛ το πρωτάθλημα. Τι πιστεύετε ότι έφταιξε και ήρθε η απώλεια του τίτλου;

«Δεν έφταιξε τίποτα. Ήταν δύο ισοδύναμες ομάδες, οι οποίες ανέβασαν το επίπεδο της κυπριακής καλαθόσφαιρας κατά πολύ. Γεμίσαμε το γήπεδο του Κεραυνού στο τελευταίο παιχνίδι. Παίξαμε πέντε άκρως ανταγωνιστικά παιχνίδια (στους τελικούς). Νομίζω λίγη τύχη ήθελε. Όταν κερδίζεις 40-37, και κάνει την τελευταία επίθεση η άλλη ομάδα και σουτάρει τρίποντο, και χάνεις το ριμπάουντ… Είχε μία παίκτρια της ΑΕΛ και τέσσερις του Κεραυνού. Και πήρε την μπάλα, πήγε έξω, έκανε ντράιβ και την βρήκε μόνη της… Δεν νομίζω ότι έφταιξε κάτι. Ήταν θέμα τύχης. Ούτε μπασκετικό λάθος υπήρχε. Πολλοί είπαν γιατί δεν κάναμε φάουλ; Πρώτη φορά θα το πω, και θα το πω για να βγει προς τα έξω. Δεν είχα δώσει εντολές για να γίνει φάουλ. Έμεναν 31 δευτερόλεπτα. Είχα πει στις κοπέλες ότι είναι αρκετός ο χρόνος. Δεν υπήρχε λόγος να στείλουμε τις κοπέλες της ΑΕΛ στις βολές από τώρα και να μπούμε σε αυτή την διαδικασία. Ποιος μου έλεγε εμένα ότι θα τις χάσει η ΑΕΛ, και εγώ θα τις βάλω και δεν θα έπαιρναν το επιθετικό και να είχαν καλάθι και φάουλ;».

«Ζήτησα να μην κάνουμε φάουλ και να παίξουμε άμυνα στο τρίποντο»

«Υπήρχαν πολλά σενάρια. Εγώ είπα ένα απλό πράγμα στις κοπέλες. Τους είπα να μην κάνουμε φάουλ, να παίξουμε άμυνα στο τρίποντο για να μην σουτάρουν εύκολο τρίποντο. Αν κάνουν λέι απ, τους είπα να τις αφήσουν να βάλουν το καλάθι. Να μην δεχθούμε τρίποντο, και να τις αφήσουμε να πάνε για λέι απ. Δυστυχώς, κάποιες κοπέλες ενστικτωδώς όταν πήρε το επιθετικό η ξένη της ΑΕΛ και έδωσε πάσα στην Κάλια (Παπαδοπούλου και έκανε το ντράιβ, κάποιες παίκτριες μας πήγαν για βοήθεια, με αποτέλεσμα να μείνει κάποια κοπέλα της ΑΕΛ στο τρίποντο. Κάτι για το οποίο δεν τις κατηγορώ. Έκαναν αυτό που έκαναν για έξι μήνες. Ενώ κάποιες κοπέλες, αν δείτε στο βίντεο, όπως η Αντωνία Χατζηχάννα και η Μόνικα Βεζελόφσκι, είχαν πάνω τα χέρια τους, οι άλλες δύο κοπέλες που είχαν τις ψηλές της ΑΕΛ, πήγαν η μία να βοηθήσει την άλλη και έμεινε η ξένη της ΑΕΛ μόνη της».

«Δυστυχώς δεν το κάναμε…»

«Δεν υπήρχε λάθος, ούτε οι οδηγίες που έδωσα σαν προπονητής θεωρώ πως ήταν λάθος. Συνήθως οι προπονητές τους στέλνουν στις βολές, εγώ φοβόμουν και το επιθετικό ριμπάουντ της ΑΕΛ, τους είπα καλύτερα μείνετε στο τρίποντο, και άστε την να βάλει το καλάθι αν κάνει λέι απ. Δυστυχώς δεν το κάναμε. Είναι η πρώτη φορά που λέω την απόφαση μου, και είναι εκεί όλες οι παίκτριες να το επαληθεύσουν. Δεν θεωρώ πως ήταν σωστό και λάθος. Ήταν η καλύτερη χρονιά του Κεραυνού, κάτι το οποίο παραδέχτηκαν όλες οι κοπέλες. Ανεξάρτητα από την πικρία που υπήρχε από την απώλεια του τίτλου. Καταφέραμε να σταθούμε άξιοι αντίπαλοι της ΑΕΛ, η οποία τα τελευταία δέκα χρόνια δίκαια κατακτάει το πρωτάθλημα. Νομίζω πως οποιαδήποτε από τις δύο ομάδες θα μπορούσε να είχε κατακτήσει τον τίτλο, και η τύχη βοήθησε την ΑΕΛ. Κερδίζαμε όλο το παιχνίδι και χάσαμε στην παράταση. Όμως ήταν μία ευχάριστη χρονιά, μία καλή χρονιά για το γυναικείο μπάσκετ και είδαμε κόσμο στα γήπεδα. Κάτι που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τα σωματεία και από τους παράγοντες της Ομοσπονδίας, είναι ότι άμα αξιοποιήσεις το γυναικείο μπάσκετ ο κόσμος είναι εκεί. Δεν υπήρχε στα play off στους άντρες τόσος κόσμος. Αξιοποιώντας σωστά το γυναικείο μπορεί να προσφέρει θέαμα και συγκινήσεις και να φέρει κόσμο στα γήπεδα».

Ποιοι είναι οι προσωπικοί σας στόχοι για το μέλλον;

«Νομίζω θα ασχοληθώ με το γυναικείο. Αν και εφόσον υπάρχει σωστή υποδομή. Να συνεχίσει να υπάρχει ανταγωνισμός και να το βελτιώνουμε. Νομίζω είναι ότι καλύτερο και πρέπει να μείνουν άνθρωποι που ήταν χρόνια στον χώρο, για να μπορέσουμε να αλλάξουμε το επίπεδο του».

Κλείνοντας, ποια συμβουλή θα δίνατε σε νεαρά παιδιά που θέλουν να ασχοληθούνε επαγγελματικά με την καλαθόσφαιρα;

«Εγώ είμαι της δουλειάς. Όταν έπαιζα μπάσκετ έβαζα οκτώ ώρες την ημέρα μέσα στο γήπεδο. Αντιλαμβάνομαι πως σήμερα δεν είναι εύκολο. Όλοι θέλουν να σπουδάσουν και να μορφωθούν, και δεν είμαι εναντίον σε αυτό. Αλλά υπάρχουν πολλά παραδείγματα αθλητών που έχουν πετύχει να είναι και καλοί μαθητές, και να παίξουν και μπάσκετ παράλληλα. Ο Βεζένκοφ ήταν άριστος μαθητής. Ήταν όμως με μία μπάλα στο χέρι. Ήταν μόνο σχολείο και μπάσκετ. Αν θέλεις να παίξεις μπάσκετ και να κάνεις καριέρα, πρέπει να βάλεις ώρες μέσα στο γήπεδο και στο γυμναστήριο. Αν δεν στερηθείς πράγματα, όπως τις εξόδους, τους φίλους και την διασκέδαση, δυστυχώς αθλητής δεν γίνεσαι».

«Ευλογία η Ελλάδα δίπλα μας»

«Είναι ευλογία για εμάς που υπάρχει η Ελλάδα δίπλα μας, που δεν υπήρχε παλιά, αφού επειδή δεν ήμασταν στην Ευρώπη δεν μπορούσαμε να πάμε εύκολα. Τώρα όποιος θέλει να πετύχει κάτι καλύτερο μπορεί να πάρει τα πράγματα του και να πάει στην Ελλάδα. Είναι μία χώρα που έχει το μπάσκετ πολύ ψηλά και δίνουν αρκετή σημασία στους μικρούς. Όπως είναι ο γιος του Παναγιώτη Γιανναρά, ο Γιάννης, που παίζει στον ΠΑΟΚ, όπως πήγε ο Αλέξανδρος Βεζένκοφ και ο Ανδρέας Χριστοδούλου. Έχουμε μεγάλο κίνητρο και είναι μεγάλη ευλογία που είναι η Ελλάδα δίπλα μας για όσους θα ξεχωρίσουν και θέλουν να κάνουν το μεγάλο βήμα και να φύγουν να πάνε στο εξωτερικό. Είναι δύσκολο να πας στην Ελλάδα, δεν είναι εύκολο. Αλλά ένας που αξίζει τον κόπο και έχει τις δυνατότητες, μπορεί να το κάνει».